Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζίμενς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζίμενς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ iefimerida.gr


Συνέντευξη της Ιζαμπέλλας Παλάσκα στην Κατερίνα Ι. Ανέστη (18.2.2013)


Ιζαμπέλλα Παλάσκα στο iefimerida.gr:Αυτός ήταν ο πατέρας μου – γαμπρός του Ζίμενς, συνομιλητής του Χίτλερ, εμπνευστής των Ταγμάτ

Ιζαμπέλλα Παλάσκα στο iefimerida:Αυτός ήταν ο πατέρας μου – γαμπρός του Ζίμενς, συνομιλητής του Χίτλερ, εμπνευστής των Ταγμάτων Ασφαλείας



Ο Ιωάννης Βουλπιώτης έζησε μια ζωή αυθεντικά μυθιστορηματική, συναρπαστική, κομβική για την Ελληνική Ιστορία από τον μεσοπόλεμο και μετά. Υπήρξε ο Έλληνας γαμπρός του μεγιστάνα Ζίμενς, αγαπημένος μαθητής του εισηγητή της σχολής αναλυτικής ψυχολογίας Καρλ Γιουνγκ, συνομιλητής του Χίτλερ, του Μεταξά, του Πλαστήρα, φίλος του Κυριάκου Βενιζέλου, και του θρυλικού πράκτορα της Intelligence Service Ντέιβιντ Μπαλφούρ (γνωστού και ως ρασοφόρου πατέρα Δημήτριου).
Ένας επιχειρηματίας που επηρέασε όσο κανείς τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις, διόρισε στη ραδιοφωνία που διηύθυνε συνεργάτες του Γκέμπελς, έφερε τις πρώτες προμήθειες της Ζίμενς στην Ελλάδα, εντρύφησε στις μίζες. Ο Ιωάννης Βουλπιώτης αποκαλύπτεται μέσα από το συναρπαστικό βιβλίο που έγραψε η κόρη του Ιζαμπέλλα Παλάσκα με τον εύγλωττο τίτλο «Αγγελος ή Δαίμονας Ο Αμφιλεγόμενος Πατέρας μου» (εκδόσεις Λιβάνη). Η συγγραφέας χωρίς δισταγμό αποκαλύπτει τη δράση και τη βασική φιλοσοφία ζωής του πατέρα της «το μεγάλο του είδωλο, το χρήμα», αλλά αποκαθιστά και διάφορους μύθους και κυρίως αυτούς που ήθελαν τον πατέρα της να είναι δωσίλογος. «Όχι, ο πατέρας μου δεν καταδικάστηκε ποτέ ως δωσίλογος, ούτε στα πρωτοβάθμια, ούτε στα δευτεροβάθμια ειδικά δικαστήρια δωσιλόγων. Απαλλάχτηκε τελεσίδικα.»


Προπαγάνδα και επιχειρήσεις
Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα από τη Γερμανία ο Ιωάννης Βουλπιώτης μετά τον χωρισμό του με την κόρη του μεγιστάνα Ζίμενς, ήταν ένας κοσμοπολίτης, έμπειρος, με γνωριμίες στα ανώτατα κλιμάκια της ευρωπαϊκής πολιτικής και οικονομικής ζωής που όφειλε να επαναπροσδιορίσει το ρόλο του. «Ενδιαφερόταν για τη δημόσια προβολή; Όχι ποσώς. Προτιμούσε τους χαμηλούς τόνους και το παρασκήνιο. Ενδιαφερόταν για ανάμειξη στην πολιτική; Καθόλου. Γιατί ήθελε λοιπόν να θέσει υπό τον απόλυτο έλεγχό του στην Ελλάδα τις τηλεπικοινωνίες και το νέο μέσο της ραδιοφωνίας. Για διαθέτει δύναμη και επιρροή.»
Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο ο αναγνώστης διαβάζει για απανωτές συνομιλίες ή επαφές του Βουλπιώτη με ονόματα που εκπλήσσουν (ή και σοκάρουν): Η αφήγηση των συναντήσεών του με τον Μεταξά με κορύφωση την πεισματική άρνηση του δικτάτορα να εφαρμόσει τη συμφωνία που είχε κλείσει με τον Βουλπιώτη ως αντιπρόσωπο της Ζίμενς και της Τελεφούνκεν στην Ελλάδα, είναι απολαυστική. Όπως και τόσες άλλες συζητήσεις που οδήγησαν στη λύση Πλαστήρα, στη συνάντηση με τον Φον Κανάρη στην Αθήνα και τον προβληματισμό του για τη συκοφάντησή του στον Χίτλερ από φανατικούς Ναζί, στην πρόταση για τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας «με στόχο μόνο τη μη κομμουνιστικοποίηση της Ελλάδας».
Η Ιζαμπέλλα Παλάσκα με το βιβλίο της (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη) ανοίγει μια αφήγηση της ιστορίας της Ελλάδας αποκαλύπτοντας πτυχές άγνωστες και προσωπικές που ξεκινούν από το 1930 και σταματούν με την Απελευθέρωση το 1944 στο βιβλίο. Όμως δεν αποκλείεται να υπάρξει και εκδοτική συνέχεια. αφού ο Βουλπιώτης υπήρξε ενεργός για πολλά χρόνια, μέχρι το 1999 οπότε πέθανε την μέρα των μεγάλων σεισμών. Η Ιζαμπέλλα Παλάσκα μίλησε στο iefimerida.gr για τον πατέρα της, τη ζωή του, το βιβλίο της.

Πότε συνειδητοποιήσατε για π ρώτη φορά τον μύθο και την πραγματικότητα που περικύκλωνε το όνομα του πατέρα σας;
Μέχρι να πάω σχολείο δεν είχα καμιά ιδέα. Αλλά στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, κατάλαβα πως ο πατέρας μου ήταν αν μη τι άλλο πολυσυζητημένο πρόσωπο, παράλληλα συνειδητοποιώντας ότι υπήρχε κάποια καχυποψία απέναντί του. Ήταν η εποχή που το όνομά του είχε έρθει στη δημοσιότητα με αφορμή τις λεγόμενες «γερμανικές πιστώσεις». Είχε γίνει πολύς θόρυβος και καθημερινά έγραφαν οι εφημερίδες για την «υπόθεση Βουλπιώτη» και την πολύκροτη δίκη που ακολούθησε. Φυσικά τότε δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε. Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να μάθω κάτι πιο συγκεκριμένο. Μόνον όταν μεγάλωσα πια, κατάλαβα ότι ο πατέρας μου είχε βρεθεί πιο παλιά στα προηγούμενα χρόνια, πριν καν να έχω γεννηθεί, στο μάτι ενός κυκλώνα, κερδίζοντας το μίσος από τους εχθρούς του και τον θαυμασμό από τους φίλους του. Και από τότε, όσο περνούσαν τα χρόνια, μάθαινα κι άλλα πράγματα...

Πότε μάθατε για την επαφή του με τον Χίτλερ και πως εισπράξατε -ως κόρη- αυτή την περιγραφή;
Ήμουν μεγάλη πια και όταν το έμαθα σοκαρίστηκα χωρίς αμφιβολία. Στη συνέχεια όμως μπόρεσα να συνειδητοποιήσω ότι μια τέτοια επαφή δεν καθιστούσε βέβαια τον πατέρα μου «δαίμονα». Άλλωστε δεν επρόκειτο περί φιλίας, αλλά για επαφή επαγγελματικού χαρακτήρα. Θα θυμίσω ότι στα χρόνια εκείνα πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, ο Χίτλερ είχε δεχτεί ιδιωτικά διάφορες προσωπικότητες, όπως ο Λόυντ Τζωρτζ, ο αδελφός του βασιλιά της Αγγλίας δούκας του Ουίνσδορ ή ο Αμερικανός αεροπόρος Τσαρλς Λίντμπεργκ και άπειροι άλλοι. Δεν μιλάω για άλλες προσωπικές επαφές με πολιτικό χαρακτήρα, όπως οι συναντήσεις του Χίτλερ με τους Έλληνες υπουργούς Κοτζιά και Λούβαρη... Πάντως όταν τον ρώτησα πώς αισθάνθηκε μπροστά στον Χίτλερ, μου εξήγησε ότι προσπάθησε να είναι ψύχραιμος. Ένας Έλληνας που συνδιαλεγόταν μαζί του για γερμανικές κρατικές υποθέσεις είχε οπωσδήποτε μια ιδιαιτερότητα, αλλά να μην παραγνωρίσουμε ότι είχε να χειριστεί ένα πολύ σημαντικό ζήτημα, εντελώς άγνωστο για τους πολλούς, την τηλεόραση που δεν είχε ακόμα διαδοθεί. Πάνω σ' αυτό, δηλαδή στην τηλεόραση, είχε μια πικρία ο πατέρας μου από τον πρωθυπουργό Μεταξά. Μέσα στη σύμβαση που είχε υπογράψει ο αρμόδιος υπουργός με τον πατέρα μου περιλαμβανόταν και η περίπτωση της τηλεόρασης. Η Ελλάδα θα μπορούσε να είχε προηγηθεί πολλών άλλων προηγμένων ευρωπαϊκών κρατών ήδη από τις αρχές του 1939...

Από το κατηγορητήριο που του απήυθηναν, ποια πιστεύετε ότι ήταν για τον ίδιο η πιο βαριά κατηγορία;
Οπωσδήποτε το βαρύτερο ήταν η κατηγορία της προδοσίας. Ήταν πάρα πολύ άδικη και του ήταν απαράδεκτη. Έκανε πολλές προσωπικές θυσίες για να έχει μια εντελώς αντίστροφη θέση στην Κατοχή. Αυτό τελικά του το αναγνώρισαν τα δικαστήρια όλων των βαθμών, όχι απλώς με απαλλαγές, αλλά με αθωώσεις παμψηφεί. Ήταν ένας άνθρωπος που πάντα παθιαζόταν με την Ελλάδα και το να ακούει τέτοιες κατηγορίες, που του εκτοξεύονταν από λόγους σκοπιμότητας, τον έκανε να υποφέρει.

Ποια ήταν η πιο αγαπημένη ιστορία, αφήγηση που σας έλεγε ο πατέρας σας;
Θα πρέπει να ξέρετε ότι, αν και γενικά ήταν ομιλητικός, δεν ήταν το είδος του ανθρώπου που λέει ευχάριστες ιστορίες από μόνος του. Ό,τι μου έχει πει το είχε πει απαντώντας σε ερωτήσεις κυρίως. Και κάτι ακόμα, δεν του άρεσε να επαναλαμβάνεται.



Άγγελος ή δαίμονας; Πέρα από τα συμπεράσματα που βγάζει στο τέλος ο αναγνώστης, ποια είναι η ετυμηγορία της ίδιας της κόρης του; 
Είναι αλήθεια πως ο πατέρας μου τα χρόνια εκείνα δαιμονοποιήθηκε, αλλά οπωσδήποτε ήταν άδικο. Προσπάθησα μετά από τόσες δεκαετίες να αποστασιοποιηθώ και να τον ξαναδώ με άλλη ματιά, βάζοντας στην άκρη το συναισθηματικό στοιχείο. Χρειαζόταν να κάνω πολλές υπερβάσεις. Βέβαια ποτέ στη ζωή μου δεν σκέφτηκα πως ο πατέρας μου ήταν ό,τι οι εχθροί του τον χαρακτήριζαν και του καταλόγιζαν. Απλώς έπειτα από το γράψιμο του βιβλίου μου, που συνδυάστηκε με μια βαθιά έρευνα και μελέτη, επιβεβαίωσα την εικόνα που είχα γι' αυτόν ως προς την πολιτεία του. Μπορώ να πω πως έτσι τον γνώρισα πολύ βαθύτερα. Ήταν ένας συνειδητός Έλληνας και με τον δικό του τρόπο ήθελε να προσφέρει.

Tι ακριβώς προσέφερε;
Τώρα τι ακριβώς πρόσφερε, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου μου προκύπτουν αρκετά. Θα σταθώ σε δύο μόνο περιπτώσεις, που για μένα στάθηκαν και η βασική αφορμή για να δώσω στη δημοσιότητα αυτό το βιβλίο.
Η πρώτη είναι ότι σ' ένα σπίτι γνώρισα κάποιον πολύ γνωστό δημοσιογράφο, συγγραφέα πολλών βιβλίων. Μόλις με σύστησαν οι οικοδεσπότες, αναφέροντας ποιανού κόρη ήμουν, ο κύριος αυτός μου είπε με ενθουσιασμό: «Ο πατέρας σας ήταν αυτός που έσωσε την Ελλάδα!» Εννοούσε ότι εκείνος είχε συμβάλει στο γεγονός ότι δεν έγινε κομμουνιστικό κράτος η Ελλάδα μόλις έφυγαν οι κατακτητές το 1944. Παρόμοιες κουβέντες είχα ακούσει στο παρελθόν και από άλλους, επώνυμους και μη. Αυτή τη φορά όμως μου έκανε μεγάλη εντύπωση και ο τόνος και το συγκεκριμένο πρόσωπο.
Η δεύτερη είναι ότι ψάχνοντας για τις ανάγκες του βιβλίου το αρχείο του πατέρα μου, διαπίστωσα ότι αμέσως μόλις τέλειωσε η Κατοχή είχε λάβει πάνω από 1.500 ευχαριστήρια γράμματα από ανθρώπους που είχε βοηθήσει, από το να τους βρει δουλειά μέχρι να τους αποφυλακίσει ή ακόμα να τους σώσει τη ζωή! Με συγκίνηση διάβασα μερικά απ' αυτά. Συνεπώς είναι αυτονόητο τι γνώμη έχω για τον πατέρα μου...

Διαβάζοντας το βιβλίο και τη συνταρακτική ζωή και τις συναντήσεις του Βουλπιώτη, παρατηρώ ότι απουσιάζουν οι ψυχολογικές μεταπτώσεις. Ακόμη και τις πιο έντονες στιγμές – π.χ. στην έντονη αντιπαράθεση, στο «άδειασμα» του Μεταξά. Ποια ήταν η ψυχολογική διαδρομή και στάση του;
Η αλήθεια είναι πως επίμονα προσπάθησα να παρακολουθώ τον κεντρικό ήρωα αυτού του ιστορικού μυθιστορήματός μου με τη μεγαλύτερη δυνατή αντικειμενικότητα, ιδίως αν επρόκειτο για ιστορικά γεγονότα. Έτσι προτίμησα να έχω εικόνες στηριγμένες στα γεγονότα παρά στημένες με βάση τη φαντασία μου. Δεν αναπαρήγαγα τις πιθανές ψυχολογικές εντάσεις του Βουλπιώτη παρά μόνο όταν ήμουν βέβαιη πως ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, κυρίως αν πηγή μου ήταν οι μεταγενέστερες αφηγήσεις του.

Με ποιόν τρόπο θεωρείτε ότι επηρεάστηκε ο πατέρας σας από τον πεθερό του τον Ζίμενς, αλλά και από τον Γιουνγκ;
Ως ένας νεαρός Έλληνας επιστήμονας στη δεκαετία του 1920, ο πατέρας μου είχε θεαματική ανέλιξη. Ο Ζίμενς τον ξεχώρισε από την αρχή και του έδωσε πολλές αρμοδιότητες, πριν καν γίνει συγγενής του. Χωρίς αμφιβολία είχε την εύνοιά του επειδή πίστευε στην αξία του. Από την άλλη μεριά και ο πατέρας μου τον εκτιμούσε και τον αγαπούσε, καθώς ο Ζίμενς ήταν ένας θρύλος που ήξερε να διοικεί μάλλον χαρισματικά το κολοσσιαίο συγκρότημα εκείνο. Μην ξεχνάτε ότι ο πατέρας μου συνέχισε να έχει την εμπιστοσύνη του και μετά το διαζύγιό του από την πρώτη του γυναίκα, αλλά και μετά τον πόλεμο. Κάποτε, όταν πια ήταν σε πολύ μεγάλη ηλικία, με άφησε να καταλάβω πόσο μεγάλο ρόλο είχε παίξει στη ζωή του ο βαρόνος φον Ζίμενς.Αναφέρετε τον μεγάλο ψυχολόγο Καρλ Γιουνγκ, τον οποίο πράγματι είχε καθηγητή. Ο Γιουνγκ τον είχε ξεχωρίσει από τους άλλους φοιτητές του και για χρόνια είχαν αλληλογραφία έπειτα. Δεν μπορώ να ξέρω πόσο τον επηρέασε στη ζωή του αυτή η προσωπική σχέση, πέρα από τις γνώσεις που απέκτησε τότε και αργότερα στην ψυχολογία γενικά.Πάντως επιρροή στις πρώτες δεκαετίες της ζωής του είχε ένας άλλος καθηγητής του, ο φιλόλογός του στο γυμνάσιο, με τον οποίο διατηρούσε επαφή μέχρι το 1943 που πέθανε. Ο Δημήτρης Γληνός. Κι αυτό, είναι αξιοσημείωτο, παρά τις τεράστιες πολιτικές διαφορές τους. Πάντα τον ανέφερε με κάποιο δέος και αν θέλετε με ευγνωμοσύνη που του είχε μάθει καλά ελληνικά.

Το χρήμα ήταν ο θεός του... Υπήρχε πραγματικό όριο στην απληστία; Ήταν ίσως η επιλογή του να μην αλλάξει το όνομά του σε Ζίμενς;
Ο Βουλπιώτης ήταν ένας ικανότατος επιχειρηματίας και είχε ενστερνιστεί αυτή τη νοοτροπία. Όπως ξέρετε, το πρωτεύον και θα έλεγα το βασικό ιδανικό κάθε επιχειρηματία είναι η αναζήτηση του κέρδους. Εγώ το έγραψα καθαρά αυτό στο βιβλίο μου, και μάλιστα έκανε εντύπωση σε κάποιους που φάνηκα τόσο αποστασιοποιημένη. Ωστόσο στη διάρκεια της Κατοχής, χωρίς κανένας να του το ζητήσει, ανέστειλε όλες τις επιχειρηματικές δραστηριότητές του και αρκέστηκε στον μισθό του γενικού διευθυντή της ραδιοφωνίας και μόνο. Και να ξέρετε ότι ενώ σε τέτοιες εποχές κάποιοι αναδείχθηκαν σε μεγιστάνες, ο ίδιος βγήκε φτωχότερος – όπως αποδείχθηκε στις μεταπολεμικές δίκες του και το αναγνώρισαν τα δικαστήρια.
Όσο για το άλλο που με ρωτάτε, ασφαλώς και ήταν χωρίς συζήτηση η επιλογή του αυτή. Η στενή συγγενική του σχέση με την οικογένεια Ζίμενς, που διακόπηκε πριν από τον πόλεμο, δεν θα τον οδηγούσε για λόγους οποιασδήποτε σκοπιμότητας να εγκαταλείψει το ιστορικό όνομα που έφερε.

Ήταν τελικά ο πατέρας σας ο πρώτος άνθρωπος που έκανε υποκλοπή στην Ελλάδα – το περιστατικό με τον συνεργάτη του Μεταξά;
Ακούγεται κάπως αυτό. Πάντως το περιστατικό αυτό συνέβη στη Γερμανία και όχι στην Ελλάδα, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν μαγνητόφωνα. Ο πατέρας μου αισθάνθηκε ότι εκβιάζεται και θέλησε να διαφυλάξει τα νώτα του. Παράλληλα, επειδή πάντα πίστευε ότι ο ίδιος ο Μεταξάς ήταν απόλυτα έντιμος, είχε στο μυαλό του να τον ενημερώσει για να ξέρει πώς κινούνται οι στενοί συνεργάτες του. Και αυτό ακριβώς έκανε...

Σκεφτόταν ο πατέρας σας να εκδώσει ένα βιβλίο για την μοναδική ιστορία του; Εσείς πότε το αποφασίσατε και για ποιους βαθύτερους λόγους;
Δεν θυμάμαι ποτέ να είχε πει κάτι τέτοιο. Άλλωστε ήταν πικραμένος από τη στάση που αντιμετώπισε μεταπολεμικά, ιδίως το 1955, όταν είχε προσφέρει τις υπηρεσίες του για να έρθουν στην Ελλάδα οι γερμανικές πιστώσεις. Ενώ τη μετακατοχική περιπέτειά του την είχε ξεπεράσει, η νέα περιπέτειά του με ορισμένους πολιτικούς επί Παπάγου τον εξόργισε, σε σημείο που πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει την Ελλάδα. Έλειψε τότε για μια ολόκληρη δεκαετία, εγκαταστημένος στην Ιταλία όπου ασχολήθηκε με επιχειρήσεις.
Από τη μεριά μου εγώ δεν θα είχα ασχοληθεί, αν δεν έβλεπα ιδίως στα τελευταία χρόνια να κακοποιείται το όνομά του από ανθρώπους που τον αδικούν κατάφωρα. Και θέλησα να δώσω την αλήθεια του μέσα από ένα εύληπτο και προσιτό βιβλίο, που να μην είναι κουραστικό, αλλά είναι πάνω απ' όλα αληθινό.

Σας είχε πει αν είχε μετανιώσει για κάτι στη ζωή του;
Ο χαρακτήρας και η φιλοσοφία του δεν του το επέτρεπαν. Ενδόμυχα μπορεί κάποτε να είχε παρόμοιες σκέψεις, αλλά δεν θυμάμαι να τις είχε εξωτερικεύσει ποτέ. Φυσικά το γεγονός ότι κατεχόταν από μια πικρία για όσα του είχαν καταλογιστεί άδικα οδηγεί συμπερασματικά ότι θα είχε πρόκληση για αυτοκριτική.



Πώς προχωρήσατε στην συγγραφή του βιβλίου; Τι πηγές είχατε στη διάθεσή σας (έγγραφα, μαρτυρίες, συνεντεύξεις);
Η μικρή ιστορία αυτού του βιβλίου πέρασε από διάφορες φάσεις πριν πάρει την τελική του μορφή. Για πολλά χρόνια ήταν στο μυαλό μου και ελάχιστοι γνώριζαν την πρόθεσή μου. Ούτε κι εγώ όμως είχα καταλήξει τι ακριβώς θα έκανα. Στηρίχτηκα βέβαια πρωταρχικά στις αφηγήσεις του ίδιου του πατέρα μου, που είχαν γίνει σε ανύποπτο χρόνο, καθώς και σε διάφορες σημειώσεις του. Όλα αυτά χρειάστηκε να τα διασταυρώσω με έγγραφα από το αρχείο του. Στο σημείο αυτό πρέπει να πω ότι με βοήθησε καθοριστικά ένας φίλος ιστορικός συγγραφέας, ειδικευμένος στα κατοχικά χρόνια, ο Δημοσθένης Κούκουνας, που τύχαινε να τον έχει γνωρίσει από κοντά και επί χρόνια να έχουν μια τακτική επαφή με αντικείμενο τα θέματα αυτά. Με βοήθησε πολύ, διότι πρόθυμα δέχτηκε να διασταυρώσει όλα τα ιστορικά γεγονότα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο, καθώς έχει ασχοληθεί επί πολλές δεκαετίες και σε βάθος με τα θέματα αυτά.

Το βιβλίο σταματάει σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Ο πατέρας σας έφυγε το 1999. Αναρωτιέμαι αν τα τελευταία χρόνια είχε πάντα ενεργή σχέση με εκπροσώπους του λεγόμενου πολιτικού συστήματος.
Αυτό το βιβλίο μου πράγματι κλείνει με την Απελευθέρωση το 1944. Ο πατέρας μου έζησε άλλα 55 χρόνια μέχρι που συμπτωματικά πέθανε την ημέρα του μεγάλου σεισμού το 1999. Ήταν κοινωνικός άνθρωπος και είχε πολλές γνωριμίες και στενές φιλίες με διάφορα σημαντικά πρόσωπα, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Φυσικά μεταξύ αυτών και πολιτικούς, αλλά όχι με την έννοια που το λέτε, διότι η σχέση τους ήταν απλώς προσωπική.

Να περιμένουμε ότι θα επανέρθετε με νέο βιβλίο που θα συνεχίζει την ιστορική αφήγηση;
Ναι, πράγματι. Είναι μια σκέψη που υπάρχει στο μυαλό μου και ήδη έχει γίνει κάποια προεργασία. Νομίζω – και σ' αυτό ενθαρρύνομαι πολύ από φίλους και αναγνώστες που με παροτρύνουν – ότι θα ήταν ενδιαφέρον να δώσω μια ανάλογη περιγραφή της δεκαετίας 1945-1955, σε σχέση πάντα με τις δραστηριότητες του πατέρα μου. Θα δούμε...




ΠΗΓΗ: iefimerida.gr 

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΜΑΡΔΑ




Βιβλιοκριτική του Κώστα Μαρδά για το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων:

«Άγγελος ή Δαίμονας: Ο αμφιλεγόμενος πατέρας μου». Ένα μυθιστόρημα-ντοκουμέντο για το χρήμα και την εξουσία επί Κατοχής

«Άγγελος ή Δαίμονας- Ο αμφιλεγόμενος πατέρας μου» λέγεται το βιβλίο της Ιζαμπέλλας Παλάσκα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Λιβάνη και αφορά τη μυθιστορηματική ζωή του ανθρώπου που την έφερε στη ζωή και της δημιούργησε ένα τέτοιο τρομερό ερώτημα. Ερώτημα το οποίο την ώθησε να γράψει το πρώτο της λογοτέχνημα- ντοκουμέντο για την επιχειρηματική και πολιτική δράση μιας άγνωστης προσωπικότητας στα τραγικά χρόνια της Γερμανικής Κατοχής.

Η ιστορία: Στη δεκαετία του '30 ο Γιάννης Βουλπιώτης, γιος Αθηναίου στρατηγού, ξεχωρίζει ως σπουδαστής στη μηχανολογία στο Πολυτεχνείου του Μονάχου και πιάνει δουλειά στα γραφεία του Ομίλου Ζήμενς. Παντρεύεται την κόρη του μεγαλοβιομήχανου Γερμανού βαρόνου φον Ζήμενς, ιδρυτή του Ομίλου ο οποίος εντυπωσιάζεται από το επιχειρηματικό του δαιμόνιο. Ο γαμπρός αξιοποιεί την δυνατότητα του να κάνει παντού φίλους και μπαίνει στο Γερμανικό κατεστημένο, έχοντας επαφές με αξιωματούχους- Χιτλερικούς και μη . Το μεγάλο του προσόν είναι οι δημόσιες σχέσεις. Συνομιλεί με τους πάντες. Προκειμένου να κλείσει τη δουλειά καταφεύγει στην … «τέχνη» της δωροδοκίας. Μετά από μια εκπληκτική καριέρα στην προώθηση των προϊόντων της πανίσχυρης αυτής βιομηχανίας, αποφασίζει να επιστρέψει στην Αθήνα επικεφαλής του εδώ γραφείου, το οποίο μετατρέπει σε ορμητήριο για την προώθηση των προμηθειών στην Ελλάδα και διεθνώς. Χωρίζει με την φιλάσθενη Γερμανίδα σύζυγό του και μαζί του παίρνει την κόρη τους, ενώ παντρεύεται μια ελληνίδα κόρη επιχειρηματία ξεκινώντας μια νέα ζωή, χωρίς να αρνείται τις ερωτικές παρασπονδίες στην υψηλή κοινωνία.

Είναι η περίοδος της δικτατορίας Μεταξά. Αυτός ο τριαντάχρονος δαίμονας πωλητής με τον αγγελικό λόγο πείθει το βλοσυρό φασίστα Πρωθυπουργό να προτιμήσει την διεθνούς φήμης εταιρεία του, για να στήσει στην Ελλάδα ραδιόφωνο. Συναντά στο πρωθυπουργικό γραφείο τον ίδιο τον δικτάτορα και,αξιοποιώντας τη διάθεση του στρατηγού να τα έχει καλά με την ανερχόμενη Γερμανία του Φύρερ, εξασφαλίζει τη δουλειά. Τον παραμυθιάζει λέγοντάς του ότι στην τελευταία του συνάντηση με τον Χίτλερ απέσπασε την υπόσχεση του Αρχηγού του Γ΄Ράϊχ να του απονεμηθεί ο Μεγάλος Γερμανικός Σταυρός, τιμώντας στο πρόσωπό του την Ελλάδα. Ο Μεταξάς κολακεύεταιΔίνει εντολή στους υπουργούς του να προωθηθεί η συμφωνία- πακέτο. Αναλαμβάνει μάλιστα ο ίδιος ο Βουλπιώτης διευθυντής της ραδιοφωνίας προωθώντας την εθνικοσοσιαλιστική και αντικομουνιστική προπαγάνδα του σταθμού, πετυχαίνοντας παράλληλα να είναι επικεφαλής της (κρατικής ) τηλεφωνίας μέσω της μετοχοποίησης των χρεών του ελληνικού δημοσίου προς την Τελεφούνκεν. Έτσι, εκτός από τα άμεσα κέρδη- φανερά και … άδηλα- έχει δύο τρομερά όπλα: Την ραδιοφωνική προπαγάνδα και τον έλεγχο των τηλεπικοινωνιών. Η κοινή γνώμη και οι… συνομιλίες στα χέρια του!

Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής γίνεται προνομιακός συνομιλητής όχι μόνο του γερμανού πρέσβη, αλλά και του επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών προκειμένου να συνεχίσει να προωθεί τα συμφέροντα της εταιρείας του. Παράλληλα είναι ιδρυτικό στέλεχος του δεξιού ΕΔΕΣ με ισόβιο ανώτατο αρχηγό τον στρατηγό Πάγκαλο. Ο Βουλπιώτης , λειτουργώντας στο παρασκήνιο προσπαθεί , σε συνεννόηση με τους γερμανούς, να πείσει τον στρατηγό να αναλάβει κατοχικός πρωθυπουργός ώστε να χαλαρώσει η Ναζιστική επιβολή. Ταυτόχρονα, βλέποντας την άνοδο των αριστερών αντιστασιακών δυνάμεων, καταγίνεται με την ιδέα να συγκροτηθούν Δημοκρατικά Τάγματα Ασφαλείας για να μην πέσει η Ελλάδα στη εξουσία του ΕΛΑΣ. Βέβαια, το πάρε- δώσε με τους κατακτητές, οι προσωπικές του φιλίες με τους πάσης φύσεως αξιωματούχους, η παρουσία τους στις δεξιώσεις τους, οι κάθε είδους αλληλοεξυπηρετήσεις και η ανταλλαγή πληροφοριών με Ναζί κατασκόπους, τον καθιστούν στόχο των αντιστασιακών οργανώσεων. Εκείνος, πιστός στο δόγμα για φιλίες πέρα από ιδεολογίες, βλέποντας και την επερχόμενη κατάρρευση του Γ΄Ράϊχ, δεν διστάζει να συναντηθεί με τον γραμματέα του ΕΑΜ Δημήτρη Γλυνό- παλιό του καθηγητή- για να του εξηγήσει πως «αν οι αριστεροί αντάρτες θα επιχειρούσαν να ανατρέψουν το ισχύον κοινωνικό καθεστώς, οι οπαδοί του αστικού καθεστώτος όφειλαν να το υπερασπισθούν».

Τελικά, η απελευθέρωση έρχεται, ο Βουλπιώτης περνάει από δικαστήριο δοσίλογων, αλλά αθωώνεται, καθώς πολλοί αντιστασιακοί και Εβραίοι κατέθεσαν ότι τους βοήθησε να κρυφτούν από τη φοβερή Γκεστάπο. Και μετά τον πόλεμο συνεχίζει ανενόχλητος τη δουλειά που ξέρει καλά: κρατικές προμήθειες της Ζήμενς. Με πειθώ και μίζες… Αυτό που σήμερα ονομάζουμε «διαπλοκή»…

Η συγγραφέας σε 383 σελίδες δίνει την προσωπική ιστορία του πατέρα της μέσα στη μεγάλη ιστορία με αφηγηματική παραστατικότητα που θυμίζει αμερικανικό κινηματογράφο. Παρουσιάζει τον ήρωά της με μια αδιόρατη ενοχική βιωματική ματιά, αλλά και με μια έντιμη απόσταση ως συγγραφέας, σημειώνοντας ότι «αυτό που ήθελε ήταν δύναμη και επιρροή με το μεγάλο του είδωλο να είναι το χρήμα»!

Άγγελος ή Δαίμονας;

Και όμως… Η απάντηση είναι… προφανής…

Κώστας Μαρδάς

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

"ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ"



Στην "Ελεύθερη Ώρα της Κυριακής" (20 Ιανουαρίου 2013) έγραψε με αφορμή το βιβλίο της Ιζαμπέλλας Παλάσκα "ΑΓΓΕΛΟΣ Ή ΔΑΙΜΟΝΑΣ" ο Γιώργος Λεονταρίτης για την "Άγνωστη ιστορία της Ζήμενς":


Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

ΕΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ


ΑΓΓΕΛΟΣ ή ΔΑΙΜΟΝΑΣ

Ο ΑΜΦΙΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ...



Περίγραμμα: Γερμανική κατοχή, μια Ελλάδα που σπαράσσεται. Άνθρωποι με πολλά πρόσωπα. Ένας κόσμος διαλυμένος, ένας κόσμος δίχως έλεος.
Το ιστορικό μυθιστόρημα της Ιζαμπέλλας Παλάσκα που περιγράφει την πολυκύμαντη ζωή του πατέρα της, του Γιάννη Βουλπιώτη, στα κρίσιμα χρόνια της Κατοχής και λίγο νωρίτερα.

"Ναι, υπήρχε ένας Έλληνας που είχε την άνεση να είναι συνομιλητής του Χίτλερ, να ανοίγει φιλοσοφικές συζητήσεις με τον περίφημο ναύαρχο φον Κανάρη, να είναι ο αγαπητός της οικογένειας Ζίμενς, φίλος με διάφορους Γερμανούς αριστοκράτες και διπλωμάτες, καθώς και με αξιωματούχους του ναζιστικού καθεστώτος. Ταυτόχρονα να είναι συνομιλητής με τους στρατηγούς Μεταξά και Πλαστήρα ή να μοιράζει τις ώρες του με τον Μανιαδάκη και τον πατέρα Δημήτριο Μπάλφουρ. Να είναι στα χρόνια της Κατοχής φίλος του Πάγκαλου και του Γονατά, του Ζέρβα, του Δημήτρη Γληνού και του Σοφιανόπουλου. Να τα έχει καλά με τους Γερμανούς, να προσπαθεί με επιμονή να δημιουργηθούν στην Ελλάδα τα Τάγματα Ασφαλείας και ταυτόχρονα να σώζει κομμουνιστές και Εβραίους. Αυτός ήταν ο πατέρας μου και σ' αυτό το βιβλίο έγραψα μερικές από τις περιπέτειές του, πολιτικές, επιχειρηματικές και - γιατί όχι; - κάποιες ερωτικές..."




Στο βιβλίο "ΑΓΓΕΛΟΣ ή ΔΑΙΜΟΝΑΣ - Ο αμφιλεγόμενος πατέρας μου...", που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Λιβάνη, η συγγραφέας Ιζαμπέλλα Παλάσκα αναφέρει στον πρόλογό της:


Θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης γιατί επέλεξα να γράψω αυτό το βιβλίο τώρα. Η απάντησή μου είναι ότι η σημερινή πολιτικοκοινωνική και, κυρίως, οικονομική κατάσταση που αντιμετωίζει ο τόπος μας φέρνει στην επιφάνεια την ανάγκη να μαθευτεί ολόκληρη η αλήθεια. Δεν είναι ούτε η ειδικότητά μου ούτε καν η φιλοδοξία μου να ασχοληθώ με την ιστορία. Και δε θα το έγραφα αν δε διαπίστωνα ότι κατά ένα μικρό, απειροελάχιστο, ποσοστό με αφορά, μέσα από τη μνήμη του πατέρα μου.
Έκρινα ότι ήρθε η ώρα να ξεκαθαρίσω κάποια πράγματα γύρω από την προσωπική ζωή του. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι νέοι άνθρωποι δεν τον έχουν καν ακουστά και ελάχιστοι ίσως από τους παλαιότερους να τον θυμούνται. Ούτως ή άλλως, έχουν περάσει αρκετά χρόνια από το θάνατό του. Ωστόσο, συχνά τυχαίνει να γίνονται αναφορές στο όνομά του. Πρόκειται για τον Ιωάννη Βουλπιώτη. Αυτός ήταν ο πατέρας μου.
Ο αμφιλεγόμενος πατέρας μου; Ναι, πράγματι. Κάποιοι στο παρελθόν έφτασαν στο σημείο να τον δαιμονοποιήσουν κι ελάχιστοι, είναι η αλήθεια, να τον εκτιμήσουν θετικά. Ο καθένας με τα δικά του κριτήρια και με τα δικά του «πιστεύω», πράγμα πολύ αυτονόητο. Είναι βέβαιο ότι διαδραμάτισε κάποιο ρόλο, τουλάχιστον στα σκοτεινά χρόνια της Κατοχής. Θετικό ή αρνητικό ρόλο, δεν είμαι σε θέση να πω. Ας το κρίνει ο αναγνώστης όταν τελειώσει τις σελίδες του βιβλίου αυτού.
Θέλησα να δώσω ένα κείμενο ελεύθερο, γι’ αυτό και επέλεξα τη μυθιστορηματική μορφή. Προτίμησα να περιέχει πολλούς διαλόγους, που όμως να μην απέχουν από την πραγματικότητα. Κι ακόμη, προσπάθησα κάπως να αποστασιοποιηθώ από τον κεντρικό ήρωα αυτού του μυθιστορήματος, που βέβαια δεν είναι άλλος από τον πατέρα μου. Γι’ αυτό και χρησιμοποίησα το τρίτο ενικό πρόσωπο.
Ευχαριστώ τη Γιώτα και τον Ηλία Λιβάνη, που μου έδωσαν τη δυνατότητα να δω τυπωμένο αυτό το βιβλίο. Αλλά δεν θα μπορούσα να το γράψω χωρίς τη βοήθεια του ιστορικού συγγραφέα Δημοσθένη Κούκουνα. Είναι εκείνος που μου παρείχε όλες τις ιστορικές πληροφορίες για μια εποχή της Ελλάδας που δεν ήξερα, με όλες τις λεπτομέρειες και τα σημαντικά γεγονότα για τον τόπο μας. Επειδή γνώρισε καλά τον πατέρα μου, μου έλεγε πράγματα για τη ζωή του που εγώ δε θυμόμουν ή και που ίσως ποτέ δε μου είχε πει ο ίδιος. Κοιτάξαμε μαζί τα αρχεία του, συμπληρώσαμε και προσθέσαμε καινούριες πληροφορίες και κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο.
Όλη μου τη ζωή ένιωθα ότι ο πατέρας μου ήταν ένας σημαντικός άνθρωπος και ότι είχε παίξει ρόλο στην ιστορία αυτού του τόπου. Άλλοτε, όμως, αισθανόμουν και κάποια ντροπή, γιατί οι πολλοί δεν ξέρουν ότι ουσιαστικά δικαιώθηκε για τις κατηγορίες περί δωσιλογισμού που του αποδόθηκαν. Ήταν δικό του παράπονο, που το εξέφραζε με στωικότητα, το γεγονός ότι δεν έγινε γνωστή η πλήρης δικαστική απαλλαγή του. Ίσως αυτός και να είναι ο βασικός λόγος που έγραψα το βιβλίο, για να παρουσιάσω την πλήρη εικόνα για τον άνθρωπο που μου έδωσε ζωή.
Μια σειρά συμπτώσεων με οδήγησαν και με έκαναν να νιώσω ότι τώρα είναι η ώρα να γράψω για εκείνα τα χρόνια που τόσο βάρυναν τον τόπο και, στη συνέχεια, εμένα προσωπικά. Η σχέση με τους γονείς μπορεί να είναι αδιάφορη, τραυματική ή σχέση έλλειψης, όπως υπήρξε για μένα, μια και ζήσαμε αρκετά χρόνια χωριστά. Ήταν ένας άνθρωπος που θαύμαζα από τη μια μεριά, αινιγματικός από την άλλη, και μου έλειπαν κάποια κομμάτια της ζωής του. Δουλεύοντας αυτό το βιβλίο, μέσα από συνεχή αναζήτηση, βρήκα ακριβώς μερικά απ’ αυτά. Έφερα στη μνήμη μου διηγήσεις που τις είχα αφήσει πίσω. Έδωσα σημασία σε γεγονότα που μέχρι τότε τα είχα προσπεράσει γιατί μου είχαν φανεί αδιάφορα ή δεν μπορούσα να τα ερμηνεύσω και να τα αξιολογήσω.
Επέμεινα να ψάξω αυτό το «αμφιλεγόμενο» του πατέρα μου, που τόσο είχε επηρεάσει και τη δική του ζωή και τη δική μας, των παιδιών του. Πίστευα πάντα ότι είχε κατηγορηθεί άδικα, ίσως από άγνοια, ίσως από παρεξήγηση, ίσως και από τις μικρότητες των ανθρώπων. Ο απόηχος αυτών των κατηγοριών εναντίον του κάπου με είχε μπερδέψει. Νόμιζα πως μπορεί και να υπήρχε κάποια βάση σ’ αυτές. Τελικά, πείστηκα ολοκληρωτικά όταν κράτησα στα χέρια μου και διάβασα προσεκτικές όλες τις αθωωτικές αποφάσεις των δικαστηρίων δωσιλόγων.
Όχι, ο πατέρας μου δεν καταδικάστηκε ποτέ ως δωσίλογος, ούτε από τα πρωτοβάθμια ούτε από τα δευτεροβάθμια ειδικά δικαστήρια δωσιλόγων. Απαλλάχτηκε τελεσίδικα. Όπως επίσης απαλλάχτηκε απόλυτα και για την κατηγορία του πλουτισμού κατά τη διάρκεια της Κατοχής, αφού άλλωστε έχασε μεγάλο τμήμα της περιουσίας που κατείχε πριν από τον πόλεμο. Συνεπώς, ούτε πολιτικός ούτε οικονομικός δοσιλόγος υπήρξε ποτέ. Αυτά ως προς το τυπικό μέρος. Και το επισημαίνω αυτό για όσους τυχόν εξακολουθούν ανεύθυνα να τον κατατάσσουν έτσι, αν και δε σκέφτηκα ποτέ να προσφύγω στη δικαιοσύνη.
Υπάρχει όμως και ένα άλλο θέμα, που έχει την ιδιαίτερη αξία του. Ελάχιστοι γνωρίζουν ότι πολλές φορές ο άνθρωπος αυτός ανέπτυξε ευεργετική δράση για άτομα που του όφειλαν την ίδια τη ζωή τους. Κάποια στιγμή, ψάχνοντας τα αρχεία του, βρήκα ένα φάκελο. Περιείχε πάμπολλες επιστολές ανθρώπων που τον ευγνωμονούσαν γιατί τους είχε σώσει στα τόσο δύσκολα εκείνα χρόνια. Με τις γνωριμίες του είχε καταφέρει να τους βγάλει από τη φυλακή ή άλλοτε να τους κρύψει για να γλιτώσουν τη σύλληψη από τους κατακτητές. Το σπίτι μας στο Χαλάνδρι είχε χρησιμοποιηθεί ως μυστικό κέντρο για τη διάσωση καταζητούμενων, ακόμη και κομμουνιστών. Χρησιμοποιώ το «ακόμη», γιατί πράγματι ήταν ιδεολόγος αντικομμουνιστής και δεν το έκρυβε. Η ανθρωπιστική του πλευρά όμως ήταν ανεξάρτητη από τις πολιτικές πεποιθήσεις του.
Δεν δίστασε, παρά τις επαπειλούμενες αυστηρές κυρώσεις, να κρύψει στο σπίτι μας μέχρι και Εβραίους καταζητούμενους, είτε να τους προωθήσει σε άλλα ασφαλή καταφύγια. Δε δίστασε να ενεργήσει και για πολλά άλλα εκείνη την τραγική εποχή.
Μια κόρη που τα γνωρίζει όλα αυτά πώς θα μπορούσε να τα προσπεράσει και να τα αγνοήσει; Μπορεί κάποιος να της καταλογίσει ότι άργησε να τα μάθει ή να τα συνειδητοποιήσει. Αυτό όμως είναι ένα άλλο ζήτημα.
Θεώρησα χρέος μου να βγω και να μιλήσω για τον αμφιλεγόμενο πατέρα μου. Προφανώς, ο ίδιος είχε αμελήσει να το πράξει ή δε θέλησε να ξαναβγεί στη δημοσιότητα και να εκτεθεί πάλι. Το κάνω τώρα εγώ.
Και κάτι παραπάνω. Μόνο μέσα από τα χαρτιά του και την προσωπική ιστορία του τον κατάλαβα. Σαν να μπήκε στη θέση του ένα μεγάλο κομμάτι της δικής μου ψυχής, επειδή τελικά κατάλαβα πως ο ίδιος δεν μπορούσε να διαχειριστεί καλύτερα την προσωπική του σχέση μαζί μου. Ναι, ένα τόσο περίπλοκο μυαλό με δυνατότητες ατελείωτες, ένας φιλόδοξος άνθρωπος με οράματα και τεράστιες ευθύνες, δε θα μπορούσε να είναι ο παραδοσιακός πατέρας. Ήταν όμως ο δικός μου.